
ΓΙΑ ΕΝΑ ‘ ΑΧ ’
ή πώς ερωτεύονταν οι άνθρωποι πριν τον κατακλυσμό των illustration!!!
Πόσος καιρός πέρασε που δεν άκουγα τους ήχους τη νύχτα, που δεν συνωστίζονταν οι λέξεις στα δάχτυλα πιέζοντας να μπουν στο χαρτί… πόσος καιρός πέρασε που δεν άκουγα το λυγμό, τον κόμπο, την ανάσα… και άξαφνα ένα βογκητό που διέλαθε της προσοχής και αφέθηκε να σημάνει τον πόθο μου θύμισε …
- 1 - (1)
Άκου εν’ όνειρο, ψυχή μου.
Και της ομορφιάς θεά
Μου εφαινότουν όπως ήμουν
Μετ’ εσένα μια νυχτιά.
- 11 - (2)
Κάθε φίλημα, ψυχή μου,
Όπου μόδινες γλυκά,
ξεφύτρωνε άλλο ρόδο
Από την τριανταφυλλιά.
-10-
Και παράμερα σ’ επήρα
Εισέ μια τροανταφυλλιά
Κι έπεσά σου αγάλι αγάλι
Στην ολόλευκη αγκαλιά
- 9 –
Εσύ έκαμες ετότες
Γέλιο τόσο αγγελικό
Που μου φάνηκε πως είδα
Ανοιχτό τον ουρανό.
Ανοιχτό τον ουρανό… πόσο καιρό είχα να χτυπήσω την πόρτα του και να μου ανοίξει διάπλατα μ ένα σύννεφο στην αγκαλιά, φρέσκο και ροδαλό – προσφορά στους παλιούς πελάτες – για μια βόλτα στα οικεία χωράφια, εκείνα τα αφράτα επουράνια που βλέπεις κάποιες νύχτες στον ύπνο σου και κολυμπάς, πετάς, αφήνεσαι, βυθίζεσαι, ξαπλώνεις …ύλη βαριά μέσα στο άυλο που σε κρατά σαν μήτρα ασφαλής και σε ταξιδεύει…
Το ήξερες μωρό μου πως ερωτεύθηκε και ο Σολωμός - ναι εκείνος της όψης και της κόψης – μια κόρη που του άνοιξε τον ουρανό…μια κόρη ολόλευκη, χλωμή και αδύναμη όπως πρέπει να είναι οι κόρες για να τις ερωτεύονται τα αγόρια… και να ανεβάζουν το μάνταλο για να ανοίγουν οι πόρτες…των λέξεων, των ήχων, των σιωπών, των βλεμμάτων… να λύνονται οι ψυχές και να ονειρεύονται ουτοπίες και θαύματα, να χοροπηδούν ανήσυχες για το ‘για πάντα ’ και να φαντάζονται πως με τα μπράτσα τους θα κρατήσουν τη στιγμή δεμένη στην ανέμη να κλωθογυρίζει εις τον αιώνα τον άπαντα…
Κι ύστερα την κοίταξε ο ποιητής και της είπε μωρό μου για να μην γελαστείς… άκου τι της είπε κοτζάμ εθνικός ποιητής
- 13η στροφή και τελευταία –
Τούτο είν’ τ’ όνειρο, ψυχή μου,
Τώρα στέκεται εις εσέ
Να το κάμης ν’ αληθέψη
Και να θυμηθής για με.
Έτσι στα έγραψα αυτά που θυμήθηκα εξ αιτίας ενός φθόγγου που ξεπήδησε από τη χώρα που δεν ελέγχεις, από κει που κατοικούν τα αχ, αυτά τα υπέροχα μικρά ποιήματα που δεν κρατούν τους νόμους του ορθολογισμού και παίρνουν το κατηφόρι σημαίνοντας τον έρωτα για τις κόρες…
Α, ναι. ο τίτλος του ποιήματος είναι «το όνειρο» και η εγκατάλειψη του ποιητή στα χέρια του, η ουσία.
ή πώς ερωτεύονταν οι άνθρωποι πριν τον κατακλυσμό των illustration!!!
Πόσος καιρός πέρασε που δεν άκουγα τους ήχους τη νύχτα, που δεν συνωστίζονταν οι λέξεις στα δάχτυλα πιέζοντας να μπουν στο χαρτί… πόσος καιρός πέρασε που δεν άκουγα το λυγμό, τον κόμπο, την ανάσα… και άξαφνα ένα βογκητό που διέλαθε της προσοχής και αφέθηκε να σημάνει τον πόθο μου θύμισε …
- 1 - (1)
Άκου εν’ όνειρο, ψυχή μου.
Και της ομορφιάς θεά
Μου εφαινότουν όπως ήμουν
Μετ’ εσένα μια νυχτιά.
- 11 - (2)
Κάθε φίλημα, ψυχή μου,
Όπου μόδινες γλυκά,
ξεφύτρωνε άλλο ρόδο
Από την τριανταφυλλιά.
-10-
Και παράμερα σ’ επήρα
Εισέ μια τροανταφυλλιά
Κι έπεσά σου αγάλι αγάλι
Στην ολόλευκη αγκαλιά
- 9 –
Εσύ έκαμες ετότες
Γέλιο τόσο αγγελικό
Που μου φάνηκε πως είδα
Ανοιχτό τον ουρανό.
Ανοιχτό τον ουρανό… πόσο καιρό είχα να χτυπήσω την πόρτα του και να μου ανοίξει διάπλατα μ ένα σύννεφο στην αγκαλιά, φρέσκο και ροδαλό – προσφορά στους παλιούς πελάτες – για μια βόλτα στα οικεία χωράφια, εκείνα τα αφράτα επουράνια που βλέπεις κάποιες νύχτες στον ύπνο σου και κολυμπάς, πετάς, αφήνεσαι, βυθίζεσαι, ξαπλώνεις …ύλη βαριά μέσα στο άυλο που σε κρατά σαν μήτρα ασφαλής και σε ταξιδεύει…
Το ήξερες μωρό μου πως ερωτεύθηκε και ο Σολωμός - ναι εκείνος της όψης και της κόψης – μια κόρη που του άνοιξε τον ουρανό…μια κόρη ολόλευκη, χλωμή και αδύναμη όπως πρέπει να είναι οι κόρες για να τις ερωτεύονται τα αγόρια… και να ανεβάζουν το μάνταλο για να ανοίγουν οι πόρτες…των λέξεων, των ήχων, των σιωπών, των βλεμμάτων… να λύνονται οι ψυχές και να ονειρεύονται ουτοπίες και θαύματα, να χοροπηδούν ανήσυχες για το ‘για πάντα ’ και να φαντάζονται πως με τα μπράτσα τους θα κρατήσουν τη στιγμή δεμένη στην ανέμη να κλωθογυρίζει εις τον αιώνα τον άπαντα…
Κι ύστερα την κοίταξε ο ποιητής και της είπε μωρό μου για να μην γελαστείς… άκου τι της είπε κοτζάμ εθνικός ποιητής
- 13η στροφή και τελευταία –
Τούτο είν’ τ’ όνειρο, ψυχή μου,
Τώρα στέκεται εις εσέ
Να το κάμης ν’ αληθέψη
Και να θυμηθής για με.
Έτσι στα έγραψα αυτά που θυμήθηκα εξ αιτίας ενός φθόγγου που ξεπήδησε από τη χώρα που δεν ελέγχεις, από κει που κατοικούν τα αχ, αυτά τα υπέροχα μικρά ποιήματα που δεν κρατούν τους νόμους του ορθολογισμού και παίρνουν το κατηφόρι σημαίνοντας τον έρωτα για τις κόρες…
Α, ναι. ο τίτλος του ποιήματος είναι «το όνειρο» και η εγκατάλειψη του ποιητή στα χέρια του, η ουσία.

