Δευτέρα 23 Απριλίου 2007

Για ενα ' αχ '


ΓΙΑ ΕΝΑ ‘ ΑΧ ’
ή πώς ερωτεύονταν οι άνθρωποι πριν τον κατακλυσμό των illustration!!!

Πόσος καιρός πέρασε που δεν άκουγα τους ήχους τη νύχτα, που δεν συνωστίζονταν οι λέξεις στα δάχτυλα πιέζοντας να μπουν στο χαρτί… πόσος καιρός πέρασε που δεν άκουγα το λυγμό, τον κόμπο, την ανάσα… και άξαφνα ένα βογκητό που διέλαθε της προσοχής και αφέθηκε να σημάνει τον πόθο μου θύμισε …

- 1 - (1)
Άκου εν’ όνειρο, ψυχή μου.
Και της ομορφιάς θεά
Μου εφαινότουν όπως ήμουν
Μετ’ εσένα μια νυχτιά.

- 11 - (2)
Κάθε φίλημα, ψυχή μου,
Όπου μόδινες γλυκά,
ξεφύτρωνε άλλο ρόδο
Από την τριανταφυλλιά.

-10-
Και παράμερα σ’ επήρα
Εισέ μια τροανταφυλλιά
Κι έπεσά σου αγάλι αγάλι
Στην ολόλευκη αγκαλιά

- 9 –
Εσύ έκαμες ετότες
Γέλιο τόσο αγγελικό
Που μου φάνηκε πως είδα
Ανοιχτό τον ουρανό.

Ανοιχτό τον ουρανό… πόσο καιρό είχα να χτυπήσω την πόρτα του και να μου ανοίξει διάπλατα μ ένα σύννεφο στην αγκαλιά, φρέσκο και ροδαλό – προσφορά στους παλιούς πελάτες – για μια βόλτα στα οικεία χωράφια, εκείνα τα αφράτα επουράνια που βλέπεις κάποιες νύχτες στον ύπνο σου και κολυμπάς, πετάς, αφήνεσαι, βυθίζεσαι, ξαπλώνεις …ύλη βαριά μέσα στο άυλο που σε κρατά σαν μήτρα ασφαλής και σε ταξιδεύει…

Το ήξερες μωρό μου πως ερωτεύθηκε και ο Σολωμός - ναι εκείνος της όψης και της κόψης – μια κόρη που του άνοιξε τον ουρανό…μια κόρη ολόλευκη, χλωμή και αδύναμη όπως πρέπει να είναι οι κόρες για να τις ερωτεύονται τα αγόρια… και να ανεβάζουν το μάνταλο για να ανοίγουν οι πόρτες…των λέξεων, των ήχων, των σιωπών, των βλεμμάτων… να λύνονται οι ψυχές και να ονειρεύονται ουτοπίες και θαύματα, να χοροπηδούν ανήσυχες για το ‘για πάντα ’ και να φαντάζονται πως με τα μπράτσα τους θα κρατήσουν τη στιγμή δεμένη στην ανέμη να κλωθογυρίζει εις τον αιώνα τον άπαντα…

Κι ύστερα την κοίταξε ο ποιητής και της είπε μωρό μου για να μην γελαστείς… άκου τι της είπε κοτζάμ εθνικός ποιητής

- 13η στροφή και τελευταία –
Τούτο είν’ τ’ όνειρο, ψυχή μου,
Τώρα στέκεται εις εσέ
Να το κάμης ν’ αληθέψη
Και να θυμηθής για με.

Έτσι στα έγραψα αυτά που θυμήθηκα εξ αιτίας ενός φθόγγου που ξεπήδησε από τη χώρα που δεν ελέγχεις, από κει που κατοικούν τα αχ, αυτά τα υπέροχα μικρά ποιήματα που δεν κρατούν τους νόμους του ορθολογισμού και παίρνουν το κατηφόρι σημαίνοντας τον έρωτα για τις κόρες…

Α, ναι. ο τίτλος του ποιήματος είναι «το όνειρο» και η εγκατάλειψη του ποιητή στα χέρια του, η ουσία.

Πέμπτη 12 Απριλίου 2007

κι οταν λες ελευθερία τι εννοείς;


πάλι ξενύχτησα χτες συνομιλώντας αξημέρωτα με την κική δημουλά. την είχα ανάγκη. είναι το βαρύ μου πυροβολικό. όταν τρομάζω πολύ. και τι μπορεί στ αλήθεια να τρομάξει εναν ανθρωπο τόσο που να ψάχνει απεγνωσμένα να κρυφτεί κακήν κακώς... όπου ναναι, αρκεί να είναι αόρατος. απ' το σύμπαν. κανένας άλλος από την εσωτερική του φωνή. εκείνον τον απίστευτο, μερικές φορές κριτή, που μόλις σε νιώσει λίγο ευάλωτο, με μια μικρή αμφιβολία βρε αδερφέ, σου ρίχνει στ αυτιά...βεργούλες και με δείρανε. γελάει μεσ τα μούτρα σου και αν αμφέβαλες μιά, τώρα γιόμισε το δωμάτιο βεβαιότητες καταστροφής...Χι Χι Χα Χα αυτό το κακομούτσουνο παιδάκι με το ούζι πυροβολεί αριστερά δεξιά λέξεις και σπέρνει μεσ την ψυχή σου κακή σπορά... "δεν μπορείς λέει, δεν κάνεις, δεν φτάνεις, δεν είσαι άξιος, δεν σε θέλουν..." όλα μ' ενα ΔΕΝ που ροκανίζει σιγά σιγά τα ΜΑ και τα ΘΑ. "Μα μπορώ σου λέω, θυμάσαι τότε πως τα κατάφερα...μα έφτασα και ήμουνα καλός και άξιος και θα τα καταφέρω και τώρα, δεν έχεις δίκιο πως δεν είμαι αξιόμαχος..." Χι Χι Χα Χα κατεβάζει την ελεγεία της ήττας, την ξέρει απ έξω κι ανακατωτά, όπως ξέρει και σένα...τις τρύπες σου, τα κενά σου και χτυπάει καίρεια... "ναι, αλλά τώρα είναι αλλιώς...δεν ακούς κακομοίρη μου, άλλα τα δεδομένα, τώρα...δεν εξαρτάται μόνο απο σένα...(κάνει τάχα μου μια υποχώρηση)... αφού είναι σαφές πως σε θέλει όσο, κι όχι όσο ονειρεύεσαι...δεν μπορεί...άσε που δεν κάνει για σένα (αυτή η βολή είναι στην καρδιά. επιχείρημα που πιάνει πάντα) ". κι έτσι κουβεντιάζεις όλη νύχτα, σου πα, μου πες, και φωτίζει ο ήλιος τη μέρα που σε βρίσκει με την απόλυτη βεβαιότητα στην τσέπη, την απόφαση στα χείλια και τη ραχοκοκαλιά σμπαράλια. "Αντε λές, να την κάνουμε σιγά σιγά...ως εδώ τα μέλια, τα φώτα, τα γλυκά...βουρ για τη μαύρη τρύπα μας, τόπος καταγωγής και στρέμμα πατρογονικό, κληρονομιά σίγουρη, χέρσα ξεχέρσα δική μας για πάντα...σίγουρος τόπος... ένθα λέει δεν υπάρχει ούτε λύπη, ούτε στεναγμός...τι ωραία που ακούγεται στα αυτιά σου αυτή η χώρα...επιτέλους δεν θα πονάω πιά, δεν θα φοβάμαι". Χι Χι Χα Χα "ναι ναι ναι εκεί θα είσαι ελεύθερος...εκεί μόνο εκεί...και θα σ αγαπάνε οι σιωπές, οι σκιές, τα τίποτα, εκεί θα απολαμβάνεις χωρίς αντίλογο ούτε εγώ δεν θα μιλάω πιά...θα σ εχω όπα όπα... "
Κι όταν λές ελευθερία τι εννοείς; με ρώτησε ενας φίλος
Ελευθερία είναι να μην σε αντιπαλεύει ύπουλα το άλλο μισό του εαυτού σου. επι το επιστημονικότερον δε, να συνομιλεί το εγω με το υπερεγώ σου κόσμια, με σεβασμό και εμπιστοσύνη, φροντίδα και τρυφερότητα. και επειδή το υπερεγώ δομείται τότε που είσαι κατά τεκμήριο μικρός και ανυπεράσπιστος γίνεται καμμιά φορά σκληρό και άκαμπτο και λειτουργεί σαν τύρανος που σε βασανίζει προφασιζόμενο ότι το κάνει για να σε προστατέψει. εκείνην την ώρα διαβάζει κανείς την κική δημουλά ή ότι άλλο του βρίσκεται πρόχειρο.
ΤΟ ΣΠΑΝΙΟ ΔΩΡΟ
Καινούργιες θεωρίες.
Τα μωρά δεν πρέπει να τ' αφήνετε να κλαίνε.
Αμέσως να τα παίρνετε αγκαλιά. Αλλιώς
υπόκεινται σε πρόωρη ανάπτυξη
το αίσθημα εγκατάλειψης ενηλικιώνεται
αφύσικα το παιδικό τραύμα
βγάζει δόντια μαλλιά νύχια γαμψά μαχαίρια.
Για τους μεγάλους, ούτως ειπείν τους γέροντες
-οτι δεν είναι άνοιξη είναι γερόντιο πιά -
ισχύουν πάντα οι παμπάλαιες απόψεις.
Ποτέ αγκαλιά. Αφήστε τους να σκάσουνε στο κλάμα
μέχρι να τους κοπεί η ανάσα
δυναμώνουν έτσι τα αποσιωπητικά τους.
Ας κλαίνε οι μεγάλοι. Δεν έχει αγκαλιά.
Γεμίστε μοναχά τα μπιμπερό τους
με άγλυκην υπόσχεση - δεν κάνει να παχαίνουν
οι στερήσεις - πως θα 'ρθει μια και καλή
να τους επικοιμήσει λιπόσαρκα
η αγκαλιά της μάνας τους.
Βάλτε κοντά τους το μηχάνημα εκείνο
που καταγράφει τους θορύβους του μωρού
ώστε ν ακούτε από μακριά
αν είναι ρυθμικά μοναχική η αναπνοή τους.
Ποτέ μη γελαστείτε να τους πάρετε αγκαλιά.
Τυλίγονται άγρια
γύρω απ τον σπάνιο λαιμό αυτού του δώρου,
θα σας πνίξουν.
Τίποτα. Όταν σας ζητάνε αγκαλιά
μολών λαβέ μωρό μου, μολών λαβέ να απαντάτε.
(Κική Δημουλά Η Εφηβεία της Λήθης)

Τρίτη 10 Απριλίου 2007

ΕΠΕΙΔΗ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΧΤΥΠΑΕΙ ΠΑΝΤΑ ΤΟΥΣ ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΥΣ...

Κάποτε γνώρισα μια γυναίκα που αγαπούσε τα κοχύλια και χαιρόταν όταν έβρισκε μικρά σπάνια πρασινάκια στην άμμο...
Κάποτε γνώρισα μια γυναίκα που θυμόταν όσα είχα ξεχάσει από καιρό και μου τα θύμιζε και μένα…
Κάποτε γνώρισα μια γυναίκα που ήθελε να κάνει μαζί μου ένα παιδί.

Κάποτε…μια γυναίκα έκλαψε στην αγκαλιά μου γιατί φοβόταν μη με χάσει, κουρνιασμένη σαν κουτάβι με κοιτούσε γεμάτη απορία, με κείνη την απορία των μικρών παιδιών που τους γλίστρησε το παγωτό απ το χωνάκι χωρίς να καταλάβουν πως ακριβώς και πότε… αδιαφόρησε ο Θεός για τα μικρά παιδιά.

Κάποτε γνώρισα μια γυναίκα που μ έκανε να νιώθω ο πιο σημαντικός άντρας στον κόσμο.
Μια γυναίκα που άντεχε τις λέξεις των ποιημάτων και συνομιλούσε με τους ήρωες στις ταινίες… που έκλαιγε στ αλήθεια όταν πονούσαν οι καλοί και έβριζε δυνατά όταν γίνονταν αδικίες…

Κάποτε γνώρισα μια γυναίκα με μεγάλα μάτια που οδηγούσε με τον πιο αθώο τρόπο το πιο άνομο αμάξι του λεκανοπεδίου και χόρευε μεσ’ τις λέξεις επαρχιώτες αστυνόμους… μια γυναίκα που αγαπούσε τα κατσαβίδια, τα μαστορέματα και τους αφρούς στο νεροχύτη… είναι θεραπευτικό έλεγε, το πλύσιμο των πιάτων…

Κάποτε γνώρισα μια γυναίκα που γελούσε στο κρεβάτι πριν το σεξ και έλεγε ευχαριστώ – μιας και τίποτε δεν είναι αυτονόητο – μετά… μια γυναίκα φιλαράκι που πίστευε ότι η αποκλειστικότητα στον έρωτα είναι πράξη ελευθερίας και η μοιχεία ανύπαρκτη έννοια… αν προδίδεις κάτι μοιχεύοντας, αυτό είναι τα όνειρά σου… έλεγε…

Κάποτε γνώρισα μια γυναίκα από ατσάλι που μπορούσε να μιλάει ακούραστα σε όποιον γύρευε βοήθεια και να σηκώνει τα βάρη των ανθρώπων και τις λύπες… μια γυναίκα από πορσελάνη που γινόταν θρύψαλα απ τον δόλο και την πονηριά

Μια φορά μπήκε στο δρόμο μου μια γυναίκα σχεδόν κατά λάθος και μ έκανε να συναντήσω τα όριά μου και να τρέμω πετώντας φοβούμενος το φόβο της… μια γυναίκα που πίστευε ότι μπορώ να πετάξω και περίμενε να κόψω τα σκοινιά μου έστω κι αν αυτό σήμαινε ότι θα φύγω μακριά της…

Κάποτε γνώρισα μια γυναίκα που αγαπούσε την μελιτζανοσαλάτα και μπορούσε να ζήσει πίνοντας τσάι γιασεμί, μια γυναίκα με τρία παιδιά που τολμούσε να ονειρεύεται και μετά τα σαράντα τα σαράντα κύματα… που χοροπήδαγε σαν κατσικάκι και ξεκαρδιζόταν με κάθε ευκαιρία …

Κάποτε γνώρισα μια γυναίκα που γλίστραγε επικίνδυνα στη θλίψη όταν ένιωθε ότι δεν την αγαπάω, που δυσκολευόταν να αντέξει τη σιωπή και τον ορθολογισμό… και έτρεχε να κρυφτεί μακριά από όσους υπονομεύουν το συναίσθημα…

Κάποτε είδα αυτή τη γυναίκα να φεύγει και άπλωσα τα χέρια μου…

Κάποτε γνώρισα μια γυναίκα… κι όλο πάλι απ την αρχή…………………………………………….



ΚΑΠΟΤΕ ΓΝΩΡΙΣΑ ΕΝΑΝ ΑΝΤΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ ΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΓΙΑ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ...

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2007


μια παραλία είναι όλα όσα ο άνθρωπος μπορεί να γυρέψει. μια παραλία - ανάμνηση μεσ το χειμώνα της πόλης του, που ανοήτως βρέχεται παραμονές άνοιξης, μια βροχή περίγελο...ντροπή για την δόξα των βροχών...σήμερα που εγκαινιάζεται αυτό το μέσο έκφρασης...άντε καλά νερά!!